22 Δεκεμβρίου 2009

Οι μέρες Ημερολογιακές προσθέσεις που βολεύουν τον ταμία Χρόνο

38.

Οι μέρες
Ημερολογιακές προσθέσεις που βολεύουν τον ταμία Χρόνο

Έρχονται, φεύγουν, μένουν εκεί
Στην μνήμη του τοπίου με την ιστορία τους πια καταγεγραμμένη
Μέσα σε νοσταλγία και αφέλεια
Τούτου του χρονικού που πάει προς την λήθη.

Και τα σπίτια βαριά, φλύαρα, άσπρα
Καθώς ανεβαίνουν στην νύχτα με δρασκελιές
Φιλοσοφώντας με ύπνο που πέφτει επάνω τους
Και κρέμεται σχεδόν απ’ τις ταράτσες.

Καθώς ένα άστρο από ψηλά ζηλεύει την επίγεια τάξη
Και ρίχνεται στα βάραθρα για να το καταπιεί το μαύρο φως…

Ο Ιούλιος ζορίζει τις αξίες μέχρι το μεγάλο τίποτα
-καυτό,
Που άνεμο καλοκαιριού μέσα στα σπλάχνα του φιλάει-

Κι ο ποιητής αφήνει έξω από την μοναξιά τις λέξεις του που πιο πολύ πονάνε.

Ο ουρανός
Επιμένει να προσφέρει καταφύγια
Φιλοξενώντας θεούς ή και ιδέες φωτιάς που μες το πέρασμα των χρόνων
Γίνονται θρησκείες.

Η θάλασσα απενοχοποιημένη
Για τα ναυάγια που έπραξε
Απλώνεται ήσυχη
Με τα ψάρια της και κάπου
Απόμακρα
Έναν γερασμένο πια, άρχοντα αλήθεια, Ποσειδώνα!

Κι όλα συνθέτουν ένα αποτέλεσμα ποιητικού αντικατοπτρισμού
Καθώς ο πάνω κόσμος εγγράφει είδωλα σ’ αυτόν τον κάτω.

21.7.2008

21 Δεκεμβρίου 2009

Έτσι όπως ανατρέπονται οι κανόνες, η ποίηση είναι μία αυθαιρεσία επιβεβλημένη,

Έτσι όπως ανατρέπονται οι κανόνες, η ποίηση είναι μία αυθαιρεσία επιβεβλημένη,
μία καινοτομία αισθημάτων που αλήθεια εκπυρσοκροτούν και φαίνεται
ότι νικάνε κιόλας..
Ξημερώνουν οι μέρες με ένα πεισματικό φως που κάνει
τις ιδέες οξύτερες, κοφτερές, αδάμαστες
που δεν θα τις τιθάσευε κανείς ποτέ του..
Κι εσύ
που κοιμάσαι τον ύπνο του ωραία δικαίου, εσύ
που χορταίνεις μόνο με των αναζητήσεων το ταξίδι, εσύ
που δεν κουράστηκες ποτέ σου να ελπίζεις
σε μία άλλη νοηματικότερη θάλασσα, εσύ
δεν θα βολευτείς με λιγότερο φως.. Θα είσαι
μέσα σε σένα κι όμως έξω από σένα:
λιγάκι πιο μικρότερος από ένα όνειρο αγγέλου που τον κέρδισε
το γήινο παιδαριώδες που χλιμιντρά γαλάζια σκοτάδι..

Να το πω αλλιώς: δύσκολη έγινε ανυπόφορα η ζωή·

37.

Να το πω αλλιώς: δύσκολη έγινε ανυπόφορα η ζωή·
Ξεφτισμένες οι ιδέες μας.
Τι να λέμε;
Οι λογοτεχνίες χωρούν
Μόνο στον χώρο του κρανίου.
Για τον βιοπορισμό
Χρειάζεται γλυκό ψωμάκι
Που αλήθεια πίκρανε κι αυτό.

Και που φτιάχνουμε λόγια, είναι μια τέχνη περιττή
-Καλύτερα να ήξερα από χειροβομβίδες-
Αλήθεια πόσο αίμα πρέπει να χυθεί για να μπορέσει
Το άλλο αίμα ήσυχα να ζει;

Ποτέ δεν βρήκα από πού μια θλίψη
Ακουμπά στον ουρανό

Και όσα λόγια έκανα είχαν μία απόχρωση του αοράτου.

Αλλά το υποπτευόμουνα, ήμουνα σίγουρος γι’ αυτό:

Οι άνθρωποι στο βάθος τους θα περιέχουνε λουλούδια

Φτάνει να τους φερθεί καλά ο κηπουρός!

20.7.2008

Φοβάμαι όλα που θα πω έχουνε τον βασανισμό μου βεβαιωμένο-

36.

Φοβάμαι όλα που θα πω έχουνε τον βασανισμό μου βεβαιωμένο-
Θα με βάλουν στην σύγκρουση ακούσια
Ενώ
Επιθυμώ
Να μείνω αμέτοχος και αρθρώνοντας μόνο μελάνι

Ιερωμένος μίας άλλης
Θρησκευτικής εκδοχής!

20.7.2008

Από φιλί σε φιλί ένας λόγος δίχως όνομα ο έρωτας

35.

Από φιλί σε φιλί ένας λόγος δίχως όνομα ο έρωτας
Καυτός,
Με ουσία.

Άντρας και γυναίκα εκεί που συγκλίνουν οι πλευρές και γίνεται
Εφαπτομένη η επιθυμία
Και εκρηκτική!

Τα λόγια δεν κάνουν τίποτα στ’ αλήθεια.
Έχουν μόνο ήχο που δεν ταιριάζει πουθενά.
Αναφέρονται σ’ ιστορίες που καμιά φορά δεν είναι δικές μας-
δεν μας αφορούν
Εμείς πάντα λατρεύαμε τον έρωτα απ’ την καλή πλευρά.


Και το ποίημα παντού- ισάξιο με το φως
Το ανακαλύπτω ολόγυρα-
Πολλές φορές μέσα στα μάτια σου.
Πετά σαν το πουλί
Προς ένα όμορφο ξημέρωμα.

Όταν εγώ που γράφω μνήμες δεν μπορώ να ζωγραφίσω
Ούτε το άστρο σου σωστά!

20.7.2008

Έτσι έρχεται η μέρα και τα όνειρα βυθίζονται πάλι

34.

Έτσι έρχεται η μέρα και τα όνειρα βυθίζονται πάλι, χάνονται
Μέσα στον περασμένο ύπνο.

Πρωινά πουλιά κελαηδούν κι υπερυψώνονται
Μες την γαλάζια ευδία αυτού του πρωινού.

Βγαίνουμε σαν ταριχευμένοι απ’ την στέρεη νύχτα.

Στα πρόσωπά μας μια πρόσθεση χρόνων
Ζαρώνει το δέρμα, ζαρώνει την θέληση.
Αδιάκοπα το φως πολιορκεί.

Γύρω μας
Ανάβουν λουλούδια
Συνεπαρμένα
Κάθε πρωί

Μέσα σε τούτην την εκκλησιαστική γαλήνη
Τον Ιούλιο!

Καλά θα πάμε!

Ο μήνας είναι των αποκαλύψεων.

Κι αν δεις την θάλασσα
Υπόσχεται την ευλογία δροσιάς.

Καθώς οι ζέστες
Φουντώνουν γύρω μας·
Καίγονται μέσα
Στους πόθους τα γυμνά κορμιά.

Το πάθος στερεωμένο ψηλότερα απ’ το βλέμμα-

Καθώς διαβάζεται επάνω του
Το μυστικό της ζωής.

17.7.2008

Κι ανυπεράσπιστος καμιά φορά νομίζω πείθεις.

33.

Κι ανυπεράσπιστος καμιά φορά νομίζω πείθεις.
Έτσι κι η ποίηση!
Παλμός
Στο σώμα αυτό της φύσης,
Γύρω σου
Που σπαρταρά.

Αυτά που στερηθήκαμε μες τις σκληρές ετούτες,
Μελαγχολικές πόλεις
Να το ξέραμε πόσο είναι απλή η ζωή- δεν θα είχαμε
Προφύλαξη κακίας ν’ αμυνθούμε.

Να μάθω τον τρόπο που τα πράγματα σημαίνουν κάτι!

Τώρα εγώ
Δεν έχω εξουσίες -εξουσία είναι μόνο η καρδιά-
Που όλο χτυπάει προς κάτι ανθρώπινο που αληθινά κατέχεις.

Από το ύψος πάνω του αληθινού εαυτού
Εκμηδενίζεται κάθε ¨εγώ¨- είναι
Ανώφελο να ματαιοπονείς
Πως μ’ ένα όνειρο πηγμένο λέξεις θα μπορεί
Ν’ αλλάξει ο κόσμος.

Όμως τολμώ!

Δεν ξέροντας πού βγάζει αυτό· πως και η τόλμη
Παιδί της τρέλας είναι· ως κι οι ήρωες
Είναι απλά οι διαβασμένοι στην ακραία λογική
Και το βαθύ απροσδιόριστο σκοτάδι.

Πάντως
Κάτι μου λείπει από τα παιδικά μου όνειρα για να μπορέσω
Να γίνω άντρας!
Η ζωή προχωράει.
Με πείσμα, με υποταγή.

Έτσι όπως συναντάω έξω από μένα εκείνα
Που είναι μέσα σ’ εμένα.

Και νομίζω ότι τα ξέρω όλα αυτά από πάντα. Καθώς
Κι ο χρόνος κυλάει

Σαν ο μυστήριος εκείνος θαυματοποιός
Που στην πορεία του τα παρασέρνει όλα προς την πιο βαριά
Λησμονιά. Αποσχηματισμένα, από
Μυθοποιημένα.
Τώρα…


Και σκέφτομαι ότι κι εμείς προσθέτουμε την εκδοχή μας στην στυφή
Άποψη του για όλα δυσαρεστημένου
Που όμως
Του τα υποσχέθηκε αλλιώς αυτή η ζωή.
(Βλέπεις όταν γεννιέσαι όλα λάμπουν!)
Κι ωστόσο εσύ κοιτάζεις γύρω σου και κλαίς..

16.7.2008

20 Δεκεμβρίου 2009

Ποιός ραγίζει την νύχτα;

Ποιός ραγίζει την νύχτα και εγώ
βρίσκομαι στην θλιβερή της σκοτεινή
αφετηρία της θλίψης;
Τόσες ανούσιες μουσικές που- στο τέλος-
και μουσικές δεν είναι..
Τόσοι κουρασμένοι άνθρωποι που- στο τέλος-
και άνθρωποι δεν είναι..
Μπούχτισε ο αιώνας με αυτό το σύνολο
από ξεκούρδιστα, ετοιμόρροπα όνειρα..
Κι οι κοινωνίες που πάνε; Αξίζει
που αντιστέκεσαι, που θυσιάζεις
την ψυχή να σου βγει σε καλό αυτό το παράξενο
σκοτεινό πεπρωμένο των λέξεων;
Πίσω από κείνα που δεν ομολόγησες ποτέ σου είναι
μία αγκύλη θεϊκής στοργής
που γίνεται
πιο φωτεινή για την καρδιά σου όπως καίει τον ορίζοντα
με το φεγγάρι της η νύχτα..

Ξύνω τον τοίχο με το νύχι μου το μεσημέρι και μου έρχεται ο άνεμος

Ξύνω τον τοίχο με το νύχι μου το μεσημέρι και μου έρχεται ο άνεμος
Κρυερός, σαν απ' την χώρα του χειμώνα-
Οι φωνές των παιδιών είναι σαν μια γιορτή που δεν τελειώνει-
Οι μανάδες τους
γέρασαν πια και δεν σκαμπάζουν γρι από όνειρο-
τα δέντρα κρέμονται μες την αιωνιότητα-
οι θεοί να συμβουλεύουν κουράστηκαν
και γίνονται αδιάφοροι για τα θνητά και τα ανθρώπινα-
όμως ο έρωτας υπάρχει..
κι από τα χείλια που φιλήθηκαν της κοπελιάς
στάζει ροσόλι μέλι ζωντανό-
στον πίσω κήπο της αυλής ξυπνούν τα νέα ρόδα
βαφτισμένα στο φως-
κι εγώ που σκέφτομαι να γίνω ένας μουσικός που χαίρεται
τον μήνα που Δεκέμβριος της νοσταλγίας λέγεται..

Ψηλώνει ο ήλιος κι εσύ μηρυκάζεις ιδέες

32.

Ψηλώνει ο ήλιος κι εσύ μηρυκάζεις ιδέες που σου παραχωρήθηκαν
Σαν να ‘σουνα ο διαχειριστής εχέφρονας των άκαιρων επαναστάσεων
Που μόνο άλλαξαν τον τρόπο που φοβόμαστε να ζούμε πλάι σε άλλους.
Και που πονάς.

Ένα μυαλό βαρύ το πρωινό απ’ την αγρύπνια-

Ένα πουλί που τραγουδά σαν θέλει το χαρμόσυνο να δείξει πως λαμβάνει χώρα-

Ένα γεγονός ελπίδας που αναιρείται μες το φως που έρχεται από παντού-

Και η υπερηφάνεια τ’ ουρανού που γράφεται σαν ποίημα δίχως λέξεις.


Από την νύχτα έμεινε το μόνο άστρο που χρησιμοποίησες ν’ ανέβεις
Ψηλά-ψηλά μέσα στην πιο ευλογημένη έμπνευση

Υλοποιημένη τώρα

Ακούγεται με κελαηδήματα των πρωινών πουλιών.

14.7.2008

Μιλώ με ήλιο που περίσσεψε

31.

Μιλώ με ήλιο που περίσσεψε
Ξαφνικά
Μέσα στις τσέπες μου
Και πρέπει κάποτε να τον ξοδέψω.

Ανταλλάσω αυτήν την ταπεινή μου εξαίρεση με τούτον
Τον αυθαίρετο κανόνα:
Να ζεις πιο επικίνδυνα μες την ζωή.

Απ’ όπου με πλησιάζεις ανοίγομαι

Μ’ έναν ρόλο που ερμηνεύεται μόνο με αυταπάρνηση
Και ποίηση πια.

Ζωγραφίζει τρόπους ιδεών
Το μυαλό

Και σαν που ακονίζει τα μαχαίρια του
Πάντα-
Για τον τέλειο φόνο κουράζεται.

Θύμα η ευτυχία.


14.7.2008

Αφομοιώθηκα από τα πράγματα·

30.

Αφομοιώθηκα από τα πράγματα· τα δέντρα περιέχουν
Το αίμα μου·
Αυτά είναι οι εκκλησίες μου, λέω.

Τα προσκυνώ όπως να είναι εικονίσματα, να
Περιέχουν θεό (ήξεραν οι αρχαίοι)-
Προσπαθώ να έχω μια σοφία ταπεινού
Ανθρώπου που γνωρίζει ότι σ’ όλα γύρω μας υπάρχει
Ένας θεός
Κι ελπίζει.

Μπορείς να με βρεις πίσω από το κάθε σιωπηρό
Δευτερόλεπτο. Μπορείς να με αγγίξεις
Όπως την θάλασσα που ένα πρωί
Λαχτάρησες να ρθεις κοντά της κι έπεσες
Στην αγκαλιά της να σου σβήσει όλη την θλίψη.

Τα νερά με την ευθεία
Συγχώρεσή τους είναι μια λυτρωτική
Προσευχή της δροσιάς.
Σου δείχνουν πόσο επίπεδα θα πρέπει να στοχάζεσαι
Για να σωπαίνεις το κατόπιν πιο σοφά-
Τώρα..

Χωρίς επάρσεις, κομπασμό, χωρίς
Θρησκείες, χωρίς
Βάρος ψυχής.

14.7.2008

Και με λιγότερες λέξεις μπορούμε, και με λιγότερες…

28.

Και με λιγότερες λέξεις μπορούμε, και με λιγότερες…
Όπως κομματιάζουμε ουρανό να χωρέσει
Μες την ψυχή.

Και η νύχτα που πέφτει με μια μουσική ξανά
Είναι του ποιήματος η αιτία και το πεπρωμένο σου.
Να ξέρεις:

Σύννεφα πάνε τώρα σαν κυνηγημένα από τους ανέμους τα γινάτια σου.
Όχι άλλη θλίψη, την ελπίδα κράτησε
Ζωντανή όπως θα φεύγει η μέρα
Και να στοχάζεσαι πιο φωτεινά ότι ο κόσμος το μπορεί ν’ αλλάξει.

Λουλούδια του απογέματος και των σπιτιών οι αυλές σαν
Από άλλες εποχές γεμίζουν μες τις γλάστρες τους
Με τα γαρίφαλα και την γιαγιά μου πέρα
Μακριά μέσα στην μνήμη που χαϊδεύει έναν βασιλικό
Κι αναταράζεται ευωδιαστό
Όλο το γύρω του στερέωμα!

Και το νερό που έβραζε από την ζέστα πάνω στο τσιμέντο-

Ώρα ποτίσματος·
Ώρα που το απόγεμα
Συλλαβίζει πάλι

Νοσταλγία και μελαγχολική μουσική.

14.7.2008

Όλοι χρωστάμε μια αναπνοή που θα λείψει

25.

Όλοι χρωστάμε μια αναπνοή που θα λείψει

Όταν οι καλές μέρες θα σβήσουν και θα ακουστεί η σιωπή
Να σχίζει τα υφάσματα που σαβανώνουν κάθε αισιοδοξία.

Με μονοκονδυλιά ξεγράφεται κι η μοίρα.

Ξέρεις πόσο ανθρώπινα
Κουπολάτες ιδρώνουμε στο τελευταίο ταξίδι;

Πώς να τακτοποιήσεις το μέσα σου χάος;

Σου εναντιώνονται ακόμα και οι εαυτοί που έχεις:
Δύο, καημένε μου!

Όταν θα ξέρεις ν’ αγαπάς οι άλλοι δεν θα θέλουν ν’ αγαπάνε..

Δύο γενιές μετά όμως ξεγράφεται κι ο θάνατος· δεν έχει σημασία
Που υπήρξα, που υπήρξες, που ήμασταν
Ερωτευμένοι κάποτε
Με σώμα ζωηρό που έπαιζε
Μ’ όλους τους αναμμένους πόθους!

Δύο γενιές μετά η λησμονιά
Να την, έρχεται, υπάρχει!

13.7.2008

Το πρωί διαβάζει στην μέρα το φως-

24.

Το πρωί διαβάζει στην μέρα το φως-
Σαν να θέλει υπερυψώσει
Μες τον ουρανό την ευωχία των θρασεμένων φυτών.

Και τον ανάλαφρο χορό της πεταλούδας που σαν έπεσε
Από τα χέρια αρχαίου θεού, σπουδάζει
Ανεμελιά και μια ζωή σαν άστρο!

Και που υπάρχεις συνιστά περιπέτεια…

Πώς έρχεσαι να πεις ή και να κάνεις
Αυτά για τα οποία ετάχθης;

Είναι πικρό να ζεις.

Κι ευτυχώς που ονειρεύεσαι και απαλύνει
Ωραία ο βίος!

13.7.2008

Το πρωί λέει τα πράγματα με το πραγματικό όνομά τους.

23.

Το πρωί λέει τα πράγματα με το πραγματικό όνομά τους.
Τίποτα μετονομασμένο.
Το πουλί-πουλί, το δέντρο-δέντρο·
Και ο άνθρωπος
Διψασμένος της γνώσης.

Ομοιοκατάληχτα λουλούδια
Σπίθες βγάζουν
Φωτός
Που ένα άρωμα πάντα τους περισσεύει.
Στο βάθος κήπος. Και μετά η θάλασσα.
Μα πάντα ο ήλιος.
Θεός που υπερασπίζεται αυτά τα νιάτα
Που σπαταληθήκαν ν’ απολαμβάνουν την ζωή.

Ωραία όλα!
Και η μέρα που άρχισε να χρυσίζει σαν κάποτε
Που οι θεοί ερωμένη την είχαν.
Και τα πουλιά που έφυγαν για τον βαθιά ορίζοντα.
Μες τα φυλλώματα αντήχησε σαν ποίηση ο μπάτης.
Στα ριζά του βουνού σκαρφαλώνουν αμπέλια.
Από παντού να τετερίζουνε τζιτζίκια·
Μονότονες οι συγχορδίες τους να σχίζουν
Το άτονο ετούτο μεσημέρι
Του καλοκαιριού.

Αναπνέω σαν η ζωή να μην μου οφείλει τίποτα
Κι εγώ αγριεμένος της το παίρνω-

Μ’ ένα δικαίωμα πολεμιστή που σέβεται μόνο το δίκαιο της λόγχης
Και της ψυχής τον φόβο του μετά.

13.7.2008

Να ξέρεις ότι όλη σου η περιουσία είναι

22.

Να ξέρεις ότι όλη σου η περιουσία είναι
Μουσική
Που ανεβαίνει προς τον ουρανό
-ξανά ο Ιούλιος-
Από την παιδική σου ηλικία
Και μες τις λέξεις ξανά.

Σιγά-σιγά που εξαντλείται και η επιείκεια
Των ημερών επάνω σου.

Ο χρόνος σε κλονίζει όπως
Ο αέρας τούτη δω την καρυδιά
Που ψήλωσε και τώρα τυραννιέται μόνη
Εκεί
Και πάνω της πουλιά
Ελπίζουν σ’ ένα μέλλον πιο τραγουδιστό
Κι αντέχουν.

Τώρα πιο πολύ…
Ο αέρας ακούγεται μέσα στην μέρα
Κι είσαι
Ανυπεράσπιστος απ’ όλα.
Κυνηγάς
Χίμαιρες άλλων ουρανών,
Ελπίδες.

Κι εσύ που ήξερες να διορθώνεις μες το ύφος κάθε λέξης
Το νόημα που δυστροπούσε,
Τώρα
Πάνω στο ίδιο επιμύθιο
Σκέφτεσαι πια
Της θλίψης.

12.7.2008

Ορίζω τις δικές μου νοσταλγίες.

21.

Ορίζω τις δικές μου νοσταλγίες.

Μεσάνυχτα που ξεθαρρεύει ο Ιούλιος
Κι άσπρος, σαν ήχος πιο μαγευτικός, πάν’ απ’ την θάλασσα κινάει.

Των αιθέρων μυστικό ανομολόγητο
Προϋπήρχε
(Ξέρει ο θεός)
Κρύβεται μέσα στην ανάσα κάθε δέντρου
Ή λουλουδιού.

Απ’ την αγρύπνια μου που βγαίνει τώρα
Συμπέρασμα ποιητικό…

Με λέξεις
Που ποτέ δεν είπαμε.
Κόβουν, πονάνε.

Τέλος
Η μέρα η άλλη έρχεται κι αδειάζει
Μέσα στα όρθια πιθάρια

Τον ήχο αυτόν της ευφροσύνης και του σίγουρου
Σημαντικού του ονείρου μου αποτελέσματος!

11.7.2008

19 Δεκεμβρίου 2009

Οι μέρες δίνουν μια διορία προσμονής

20.

Οι μέρες δίνουν μια διορία προσμονής
Καθώς κυλούν και φεύγουν-
Όπως ο χρόνος πιο αληθινός
Λούζει την απουσία μες το ψέμα.

Σκληραίνει κι η σιωπή γύρω μου και η ώρα.
Το βράδυ πέφτει οκνό
Μ’ ένα βαρύ σκοτάδι, αινιγματικό,
Κατακαλόκαιρο που βρίθει άστρα.


Φυλαγμένο σε λόγια ποιητών,
Μαντάτο
Ιούλιο τώρα που κυριάρχησε,
Μέσα στα χέρια μου που ξετυλίγεται σαν και η σκέψη.

Τίποτα πιο χειροπιαστό απ’ το απλούστερο:

Ξέρω πως θα πεθάνω πως θα είναι
Αθώα πάνω μου η χλόη, αθώος
Ο λίθος ο υπομονετικός
Της ερημιάς·
Και το πουλί
Που ανεμπόδιστα με ποιήματα μιλάει.


11.7.2008

Τα πουλιά τίναξαν τα φτερά τους

19.

Τα πουλιά τίναξαν τα φτερά τους
Ξηλώθηκαν τα υφάσματα της μέρας
Οι ώρες σαν κλωστές κρεμάστηκαν με άδειο ήχο
Φτάνοντας μέσα στο σκληρό απόγευμα.

Αρνήθηκαν οι μνήμες να είναι μνήμες
Απ’ το χαρτί χαθήκανε οι λέξεις
Για κάθε αποτέλεσμα επινοήθηκε και μια αιτία
Για να ‘ναι αυτό το ποίημα ορατό και σίγουρο.

Στις ταράτσες ψηλά με ένα καλυμμαύχι καπνοδόχου
Και ο καπνός παρουσιάζεται σαν προσευχή
Που ουρανό ζητάει κι άστρα.

Υποκλίνομαι στον καινούριο θόρυβο με παλιά ψυχή…

Αν όλες οι μοναξιές βρίσκανε λέξεις για να ειπωθούνε
Οι άνθρωποι δεν θα είχανε τόσα κενά
Μέσα τους και γύρω.



10.7.2008

Ο ήλιος με την εξουσία του εκδοχή αθανασίας

18.

Ο ήλιος με την εξουσία του
Εκδοχή αθανασίας
Βαραίνει η γνώμη του
Μες την ορθότητα της μέρας.

Η ομιλία κατά βάθος σιωπή
Κανείς δεν ακούει
Τα νοήματα χάνουν τον σίγουρο προορισμό τους

Η επιθυμία δεν έχει κανόνες, αναρχία είναι

Τίποτα δεν γίνεται επιθυμία αν δεν απολέσει
Βάρος λογικής!


10.7.2008